κατοικώ
•
- χρησιμοποιώ ένα κτίσμα ως κατοικία, έχω το σπίτι μου και ζω σε έναν τόπο Βικιλεξικό
- τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη Θεσσαλονίκη
Ετυμολογία
κατοικώ < αρχαία ελληνική κατοικέω/κατοικῶ < οἶκος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατοικώ | κατοικείς | κατοικεί | κατοικούμε | κατοικείτε | κατοικούν / κατοικούνε |
| Παρατατικός | κατοικούσα | κατοικούσες | κατοικούσε | κατοικούσαμε | κατοικούσατε | κατοικούσαν / κατοικούσανε |
| Αόριστος | κατοίκησα | κατοίκησες | κατοίκησε | κατοικήσαμε | κατοικήσατε | κατοίκησαν / κατοικήσαν / κατοικήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατοικήσω / θα κατοικώ | θα κατοικήσεις / θα κατοικείς | θα κατοικήσει / θα κατοικεί | θα κατοικήσουμε / θα κατοικούμε | θα κατοικήσετε / θα κατοικείτε | θα κατοικήσουν / θα κατοικήσουνε / θα κατοικούν / θα κατοικούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατοικήσει | έχεις κατοικήσει | έχει κατοικήσει | έχουμε κατοικήσει | έχετε κατοικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατοικήσει | είχες κατοικήσει | είχε κατοικήσει | είχαμε κατοικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατοικήσει / να κατοικήσω / να κατοικώ | να έχεις κατοικήσει / να κατοικήσεις / να κατοικείς | να έχει κατοικήσει / να κατοικήσει / να κατοικεί | να έχουμε κατοικήσει / να κατοικήσουμε / να κατοικούμε | να έχετε κατοικήσει / να κατοικήσετε / να κατοικείτε | να κατοικήσουν / να κατοικήσουνε / να κατοικούν / να κατοικούνε |
| Προστακτική | — | κατοίκει / κατοίκησε | — | — | κατοικήστε / κατοικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →