Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάψιμο

/ˈka.psi.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καίω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, για CD, ROM, κλπ.) η μόνιμη εγγραφή σε μνήμες, που είναι μίας χρήσης, όπως CD, DVD, ROM, δηλαδή η μνήμη «καίγεται» και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλη εγγραφή. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάψιμο < είτε (καίω), καψ- + -ιμο, είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική κάψιμον < καίω < αρχαία ελληνική καίω :* για τον όρο της πληροφορικής < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική burn)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάψιμοκαψίματα
Γενικήκαψίματοςκαψιμάτων
Αιτιατικήκάψιμοκαψίματα
Κλητικήκάψιμοκαψίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →