κάψιμο
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καίω Βικιλεξικό
- μεταφορικά, για CD, ROM, κλπ.) η μόνιμη εγγραφή σε μνήμες, που είναι μίας χρήσης, όπως CD, DVD, ROM, δηλαδή η μνήμη «καίγεται» και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλη εγγραφή. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάψιμο < είτε (καίω), καψ- + -ιμο, είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική κάψιμον < καίω < αρχαία ελληνική καίω :* για τον όρο της πληροφορικής < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική burn)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάψιμο | καψίματα |
| Γενική | καψίματος | καψιμάτων |
| Αιτιατική | κάψιμο | καψίματα |
| Κλητική | κάψιμο | καψίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →