κάψουλα
•
- φαρμακευτικήθήκη με κυλινδρικό, σφαιρικό ή ωοειδές σχήμα που περιέχει φάρμακο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε θήκη που περιέχει μια ποσότητα από κάποιο υλικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε θήκη που περιέχει κάποιο αντικείμενο ή οργανισμό για να προστατευθεί από το περιβάλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάψουλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική capsula < λατινική capsula < capsa < capio < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂pyé- / *kh₂pi-. Δείτε και καψούλα, καψούλι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάψουλα | κάψουλες |
| Γενική | κάψουλας | καψουλών |
| Αιτιατική | κάψουλα | κάψουλες |
| Κλητική | κάψουλα | κάψουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →