καψούλι
•
- μικρή πλαστική ή μεταλλική θήκη που περιέχει ύλη που συμβάλλει στην εκπυρσοκρότηση Βικιλεξικό
- φαρμακευτικήσυνώνυμο του κάψουλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καψούλι < κάψουλ(α) + -ι < ιταλική capsula. Δείτε και καψούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καψούλι | καψούλια |
| Γενική | καψουλιού | καψουλιών |
| Αιτιατική | καψούλι | καψούλια |
| Κλητική | καψούλι | καψούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →