καίρια
•
- την κατάλληλη στιγμή Βικιλεξικό
- με κρίσιμη σημασία, καθοριστικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καίρια < καίριος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καίρια < καίριος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →