καίριος
•
- που γίνεται την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικός Βικιλεξικό
- Η καίρια παρέμβαση του τερματοφύλακα απέτρεψε το γκολ.
- σημαντικός Βικιλεξικό
- οι δημοσιογράφοι έθεσαν καίρια ερωτήματα
- η υπεράσπιση παρουσίασε καίρια επιχειρήματα
- κρίσιμος, καθοριστικός Βικιλεξικό
- Η ψήφος του θα παίξει καίριο ρόλο.
Ετυμολογία
καίριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καίριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καίριος | καίρια | καίριο |
| Γενική | καίριου | καίριας | καίριου |
| Αιτιατική | καίριο | καίρια | καίριο |
| Κλητική | καίριε | καίρια | καίριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καίριοι | καίριες | καίρια |
| Γενική | καίριων | καίριων | καίριων |
| Αιτιατική | καίριους | καίριες | καίρια |
| Κλητική | καίριοι | καίριες | καίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →