καβάδι
•
- ενδυμασίαείδος επενδύτη περσικής προέλευσης, το καφτάνι Βικιλεξικό
- ενδυμασίαεπενδύτης από μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα, μανδύας ή κάπα που φοριόταν τον χειμώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβάδι < μεσαιωνική ελληνική καβάδιν < τοπωνύμιο Κάβαδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβάδι | καβάδια |
| Γενική | καβαδιού | καβαδιών |
| Αιτιατική | καβάδι | καβάδια |
| Κλητική | καβάδι | καβάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →