καβαλίνα
•
- κοπριά μεγαλόσωμων ζώων, κυρίως του αλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβαλίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβαλλίνα με απλογράφηση < νεολατινικά *caballina < λατινική caballinus < caballus. Συγκρίνετε με την ιταλική cavallina.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλίνα | καβαλίνες |
| Γενική | καβαλίνας | καβαλίνων |
| Αιτιατική | καβαλίνα | καβαλίνες |
| Κλητική | καβαλίνα | καβαλίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →