Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακαράντζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικότα περιττώματα, η κοπριά ορισμένων ζώων, όπως της κατσίκας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακαράντζα < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική kâkârédzu (πβ. ρουμανικά căcărĕadză) < λατινική cacare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος caco < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kakka

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακαράντζακακαράντζες
Γενικήκακαράντζαςκακαράντζων
Αιτιατικήκακαράντζακακαράντζες
Κλητικήκακαράντζακακαράντζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →