καβουρντίζω
•
- ψήνω ανακατεύοντάς τους διαρκώς κόκκους καφέ ή σπόρους δημητριακών (π.χ. αμύγδαλα) σε μεγάλη θερμοκρασία Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάή (μεταφορικά) τσιγαρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαίω, παραψήνω Βικιλεξικό
- Τους καβούρντισε ο ήλιος, όπως κάθονταν όλη μέρα στην ακροθαλασσιά.
Ετυμολογία
καβουρντίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική kavurdu, τρίτο ενικό πρόσωπο αορίστου του ρήματος kavurmak. Δείτε και καβουρδίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καβουρντίζω | καβουρντίζεις | καβουρντίζει | καβουρντίζουμε | καβουρντίζετε | καβουρντίζουν / καβουρντίζουνε |
| Παρατατικός | καβούρντιζα | καβούρντιζες | καβούρντιζε | καβουρντίζαμε | καβουρντίζατε | καβουρντίζαν / καβουρντίζανε / καβούρντιζαν |
| Αόριστος | καβούρντισα | καβούρντισες | καβούρντισε | καβουρντίσαμε | καβουρντίσατε | καβουρντίσαν / καβουρντίσανε / καβούρντισαν |
| Μέλλοντας | θα καβουρντίζω / θα καβουρντίσω | θα καβουρντίζεις / θα καβουρντίσεις | θα καβουρντίζει / θα καβουρντίσει | θα καβουρντίζουμε / θα καβουρντίσουμε | θα καβουρντίζετε / θα καβουρντίσετε | θα καβουρντίζουν / θα καβουρντίζουνε / θα καβουρντίσουν / θα καβουρντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καβουρντίσει | έχεις καβουρντίσει | έχει καβουρντίσει | έχουμε καβουρντίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καβουρντίσει | είχες καβουρντίσει | είχε καβουρντίσει | είχαμε καβουρντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καβουρντίσει / να καβουρντίζω / να καβουρντίσω | να έχεις καβουρντίσει / να καβουρντίζεις / να καβουρντίσεις | να έχει καβουρντίσει / να καβουρντίζει / να καβουρντίσει | να έχουμε καβουρντίσει / να καβουρντίζουμε / να καβουρντίσουμε | να καβουρντίζετε / να καβουρντίσετε | να καβουρντίζουν / να καβουρντίζουνε / να καβουρντίσουν / να καβουρντίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καβουρντισμένο / καβούρντιζε / καβούρντισε | — | — | καβουρντίζετε / καβουρντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →