καγιανάς
•
- γαστρονομίαομελέτα με χτυπημένα αβγά μαγειρεμένα σε σάλτσα ντομάτας Βικιλεξικό
- Δεν πετάμε τίποτα. Ούτε τη χωριάτικη, εννοείται, την οποία μεταποιούμε σε νοστιμότατο καγιανά. (*)
Ετυμολογία
καγιανάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kaygana < περσική خاگینه (khâgine, "ομελέτα")
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καγιανάς | καγιανάδες |
| Γενική | καγιανά | καγιανάδων |
| Αιτιατική | καγιανά | καγιανάδες |
| Κλητική | καγιανά | καγιανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →