καζάντισμα
•
- λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καζαντίζω Βικιλεξικό
- Πλουτισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζάντισμα < καζαντίζω + -μα < μεσαιωνική ελληνική καζαντίζω < τουρκική kazandı < kazanmak < οθωμανική τουρκική قزانمق (qazanmaq) < πρωτοτουρκική *kaŕgan
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζάντισμα | καζαντίσματα |
| Γενική | καζαντίσματος | καζαντισμάτων |
| Αιτιατική | καζάντισμα | καζαντίσματα |
| Κλητική | καζάντισμα | καζαντίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →