καζανάρης
•
- κρητικάτο πρόσωπο που παράγει ρακή - τσικουδιά, ο ιδιοκτήτης του αποστακτηρίου (όπου υπάρχει το καζάνι, ο λουλάς, για την απόσταξη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζανάρης < καζάν(ι) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζανάρης | καζανάρηδες |
| Γενική | καζανάρη | καζανάρηδων |
| Αιτιατική | καζανάρη | καζανάρηδες |
| Κλητική | καζανάρη | καζανάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →