Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζανιά

/ka.zaˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χωρητικότητα ενός καζανιού, ανά είδος Βικιλεξικό
  2. η συνήθης ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σ' ένα καζάνι Βικιλεξικό
  3. η ποσότητα υγρού ή ατμού που χωράει ένα κλειστό καζάνι Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόη ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σε καζάνι(α) και μοιράζεται σε θρησκευτικές ή άλλες εκλδηλώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καζανιά < καζάν(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαζανιάκαζανιές
Γενικήκαζανιάςκαζανιών
Αιτιατικήκαζανιάκαζανιές
Κλητικήκαζανιάκαζανιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →