καζανιά
•
- η χωρητικότητα ενός καζανιού, ανά είδος Βικιλεξικό
- η συνήθης ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σ' ένα καζάνι Βικιλεξικό
- η ποσότητα υγρού ή ατμού που χωράει ένα κλειστό καζάνι Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σε καζάνι(α) και μοιράζεται σε θρησκευτικές ή άλλες εκλδηλώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζανιά < καζάν(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζανιά | καζανιές |
| Γενική | καζανιάς | καζανιών |
| Αιτιατική | καζανιά | καζανιές |
| Κλητική | καζανιά | καζανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →