καζάνι
•
- μεταλλικό δοχείο μεγάλου μεγέθους για μαγείρεμα ή άλλες χρήσεις Βικιλεξικό
- μεγάλη κατσαρόλα, μαρμίτα, χύτρα
- μεταλλικό δοχείο μεγάλου μεγέθους για αποθήκευση υγρών Βικιλεξικό
- ατμολέβητας Βικιλεξικό
- λέβητας απόσταξης (τσίπουρου κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kazan + -ι < οθωμανικά τουρκικά < παλαιά τουρκικά kazgan
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζάνι | καζάνια |
| Γενική | καζανιού | καζανιών |
| Αιτιατική | καζάνι | καζάνια |
| Κλητική | καζάνι | καζάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →