καημός
•
- η στενοχώρια, η θλίψη Βικιλεξικό
- ο πόθος, η επιθυμία (ενίοτε ανεκπλήρωτη) Βικιλεξικό
- το βάσανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καημός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καημός (κάψιμο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καημός | καημοί |
| Γενική | καημού | καημών |
| Αιτιατική | καημό | καημούς |
| Κλητική | καημέ | καημοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →