καημένος
•
- χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο Βικιλεξικό
- Βρε τον καημένο, τι έπαθε!
- λαϊκότροποκαμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καημένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καίω, με θέμα καη- (όπως στον αρχαίο αόριστο ἐκάην), παράλληλος τύπος του καμένος
Άλλοι τύποι
καημένακαημένεκαημένεςκαημένηκαημένηςκαημένοκαημένοικαημένοςκαημένουκαημένουςκαημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →