καθαρεύουσα
•
- γλώσσαλόγια τεχνητή μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, μείγμα αρχαίων, αρχαϊστικών και νεότερων μορφών που ήταν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976 Βικιλεξικό
- 1911 Λορέντζος Μαβίλης
Ετυμολογία
καθαρεύουσα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό της μετοχής καθαρεύων, μετοχή ενεστώτα του αρχαίου ρήματος καθαρεύω· επειδή ένας από τους αρχικούς στόχους των καθαρολόγων μετά την Τουρκοκρατία ήταν η απαλλαγή της γλώσσας από ξένες γλωσσικές προσμείξεις.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρεύουσα | — |
| Γενική | καθαρευούσης / καθαρεύουσας / τῆς | — |
| Αιτιατική | καθαρεύουσα / καθαρεύουσαν / τὴν | — |
| Κλητική | καθαρεύουσα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →