καθαρολογικός
•
- που έχει σχέση με τον καθαρολόγο ή την καθαρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαρολογικός < καθαρολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρολογικός | καθαρολογική | καθαρολογικό |
| Γενική | καθαρολογικού | καθαρολογικής | καθαρολογικού |
| Αιτιατική | καθαρολογικό | καθαρολογική | καθαρολογικό |
| Κλητική | καθαρολογικέ | καθαρολογική | καθαρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρολογικοί | καθαρολογικές | καθαρολογικά |
| Γενική | καθαρολογικών | καθαρολογικών | καθαρολογικών |
| Αιτιατική | καθαρολογικούς | καθαρολογικές | καθαρολογικά |
| Κλητική | καθαρολογικοί | καθαρολογικές | καθαρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →