Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καθαρολόγο ή την καθαρολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθαρολογικός < καθαρολόγος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθαρολογικόςκαθαρολογικήκαθαρολογικό
Γενικήκαθαρολογικούκαθαρολογικήςκαθαρολογικού
Αιτιατικήκαθαρολογικόκαθαρολογικήκαθαρολογικό
Κλητικήκαθαρολογικέκαθαρολογικήκαθαρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθαρολογικοίκαθαρολογικέςκαθαρολογικά
Γενικήκαθαρολογικώνκαθαρολογικώνκαθαρολογικών
Αιτιατικήκαθαρολογικούςκαθαρολογικέςκαθαρολογικά
Κλητικήκαθαρολογικοίκαθαρολογικέςκαθαρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →