Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαρολόγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα Βικιλεξικό
    • ο/η μακιγιέρ/ζ - «ψιμυθιολόγους» τους λένε, ξαφνικά, οι... εθνικόφρονες καθαρολόγοι. (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27 Απριλίου 2006 https://www.tanea.gr/2006/04/27/lifearts/culture/to-tetarto-koydoyni-166/)

Ετυμολογία

καθαρολόγος < καθαρός + -ο- + -λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθαρολόγοςκαθαρολόγοι
Γενικήκαθαρολόγουκαθαρολόγων
Αιτιατικήκαθαρολόγοκαθαρολόγους
Κλητικήκαθαρολόγεκαθαρολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →