Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθελκύω

/ka.θelˈci.o/ρήμα
•
  1. ναυπηγικός όροςρίχνω ένα πλοίο (που μέχρι τότε βρισκόταν στη στεριά για κατασκευαστικούς ή επισκευαστικούς λόγους) στο νερό, αφήνοντάς το να γλιστρήσει πάνω σε ειδική κεκλιμένη πλατφόρμα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθελκύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθέλκ(ω)+ -ύω κατά το ελκύω. Μορφολογικά, (κατά) καθ- + ελκύω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθελκύωκαθελκύειςκαθελκύεικαθελκύουμεκαθελκύετεκαθελκύουν / καθελκύουνε
Παρατατικόςκαθέλκυακαθέλκυεςκαθέλκυεκαθελκύαμεκαθελκύατεκαθέλκυαν / καθελκύαν / καθελκύανε
Αόριστοςκαθέλκυσακαθέλκυσεςκαθέλκυσεκαθελκύσαμεκαθελκύσατεκαθέλκυσαν / καθελκύσαν / καθελκύσανε
Μέλλονταςθα καθελκύσω / θα καθελκύωθα καθελκύεις / θα καθελκύσειςθα καθελκύει / θα καθελκύσειθα καθελκύουμε / θα καθελκύσουμεθα καθελκύετε / θα καθελκύσετεθα καθελκύουν / θα καθελκύουνε / θα καθελκύσουν / θα καθελκύσουνε
Παρακείμενοςέχω καθελκύσειέχεις καθελκύσειέχει καθελκύσειέχουμε καθελκύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα καθελκύσειείχες καθελκύσειείχε καθελκύσει———
Υποτακτικήνα έχω καθελκύσει / να καθελκύσω / να καθελκύωνα έχεις καθελκύσει / να καθελκύεις / να καθελκύσειςνα έχει καθελκύσει / να καθελκύει / να καθελκύσεινα έχουμε καθελκύσει / να καθελκύουμε / να καθελκύσουμενα καθελκύετε / να καθελκύσετενα καθελκύουν / να καθελκύουνε / να καθελκύσουν / να καθελκύσουνε
Προστακτική—καθέλκυε / καθέλκυσε——καθελκύετε / καθελκύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καθελκύστηκακαθελκύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →