ανελκύω
•
- ναυτικός όροςελκύω προς τα πάνω, ανασύρω, ανεβάζω ναυάγιο από το βυθό, σύρω έξω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανελκύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνελκύω < ἀν- (ἀνά) + ἕλκω, μέλλοντας ἑλκύσω. (Δείτε και την ελληνιστική ἑλκύω). Συγχρονικά αναλύεται σε αν- + ελκύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανελκύω | ανελκύεις | ανελκύει | ανελκύουμε | ανελκύετε | ανελκύουν / ανελκύουνε |
| Παρατατικός | ανέλκυα | ανέλκυες | ανέλκυε | ανελκύαμε | ανελκύατε | ανέλκυαν / ανελκύαν / ανελκύανε |
| Αόριστος | ανέλκυσα | ανέλκυσες | ανέλκυσε | ανελκύσαμε | ανελκύσατε | ανέλκυσαν / ανελκύσαν / ανελκύσανε |
| Μέλλοντας | θα ανελκύσω / θα ανελκύω | θα ανελκύεις / θα ανελκύσεις | θα ανελκύει / θα ανελκύσει | θα ανελκύουμε / θα ανελκύσουμε | θα ανελκύετε / θα ανελκύσετε | θα ανελκύουν / θα ανελκύουνε / θα ανελκύσουν / θα ανελκύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανελκύσει | έχεις ανελκύσει | έχει ανελκύσει | έχουμε ανελκύσει | έχετε ανελκύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανελκύσει | είχες ανελκύσει | είχε ανελκύσει | είχαμε ανελκύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανελκύσει / να ανελκύσω / να ανελκύω | να έχεις ανελκύσει / να ανελκύεις / να ανελκύσεις | να έχει ανελκύσει / να ανελκύει / να ανελκύσει | να έχουμε ανελκύσει / να ανελκύουμε / να ανελκύσουμε | να έχετε ανελκύσει / να ανελκύετε / να ανελκύσετε | να ανελκύουν / να ανελκύουνε / να ανελκύσουν / να ανελκύσουνε |
| Προστακτική | — | ανέλκυε / ανέλκυσε | — | — | ανελκύετε / ανελκύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →