καθετότητα
•
- το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε κάθετη θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθετότητα < καθετότητα + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική verticalité ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική verticality / verticalness)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθετότητα | καθετότητες |
| Γενική | καθετότητας | καθετοτήτων |
| Αιτιατική | καθετότητα | καθετότητες |
| Κλητική | καθετότητα | καθετότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →