οριζοντιότητα
•
- το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε οριζόντια θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οριζοντιότητα < οριζόντιος + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική horizontalité ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική horizontality)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οριζοντιότητα | οριζοντιότητες |
| Γενική | οριζοντιότητας | οριζοντιοτήτων |
| Αιτιατική | οριζοντιότητα | οριζοντιότητες |
| Κλητική | οριζοντιότητα | οριζοντιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →