καθοδήγηση
•
- το να δίνει κάποιος οδηγίες, συμβουλές σε κάποιο άλλο άτομο Βικιλεξικό
- το κομματικό στέλεχος ή όργανο που καθοδηγεί μια κομματική οργάνωση ενός κόμματος (η χρήση του όρου ξεκίνησε από τα κομμουνιστικά κόμματα, επεκτάθηκε όμως αργότερα και σε κόμματα ενός ευρύτερου φάσματος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοδήγηση < (ελληνιστική κοινή) καθοδήγησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδήγηση | καθοδηγήσεις |
| Γενική | καθοδήγησης | καθοδηγήσεων |
| Αιτιατική | καθοδήγηση | καθοδηγήσεις |
| Κλητική | καθοδήγηση | καθοδηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →