καθοδηγώ
•
- δείχνω σε κάποιον τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει για να φτάσει σε έναν προορισμό Βικιλεξικό
- δίνω σε κάποιον συμβουλές και υποδείξεις για το πώς θα πετύχει κάτι Βικιλεξικό
- σε πολιτικά κόμματαεξηγώ ως ανώτερο ιεραρχικά στέλεχος ή ως εκλεγμένο όργανο την πολιτική γραμμή του κόμματος σε μια κομματική οργάνωση και κατευθύνω τη δράση της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοδηγώ < (ελληνιστική κοινή) καθοδηγέω, -ῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →