Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθοδηγητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που καθοδηγεί κάποιον, του δείχνει τον δρόμο, τον συμβουλεύει Βικιλεξικό
  2. ανώτερο στέλεχος κομμουνιστικού κόμματος που καθοδηγεί μια οργάνωση, της εξηγεί την πολιτική γραμμή του κόμματος και κατευθύνει τη δράση της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθοδηγητής <καθοδηγώ, καθοδητη- + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθοδηγητήςκαθοδηγητές
Γενικήκαθοδηγητήκαθοδηγητών
Αιτιατικήκαθοδηγητήκαθοδηγητές
Κλητικήκαθοδηγητήκαθοδηγητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →