καθοδηγητής
•
- αυτός που καθοδηγεί κάποιον, του δείχνει τον δρόμο, τον συμβουλεύει Βικιλεξικό
- ανώτερο στέλεχος κομμουνιστικού κόμματος που καθοδηγεί μια οργάνωση, της εξηγεί την πολιτική γραμμή του κόμματος και κατευθύνει τη δράση της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοδηγητής <καθοδηγώ, καθοδητη- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδηγητής | καθοδηγητές |
| Γενική | καθοδηγητή | καθοδηγητών |
| Αιτιατική | καθοδηγητή | καθοδηγητές |
| Κλητική | καθοδηγητή | καθοδηγητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →