καιροσκοπώ
•
- λόγιοείμαι καιροσκόπος, φέρομαι καιροσκοπικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καιροσκοπώ < (ελληνιστική κοινή) / καιροσκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καιροσκοπώ | καιροσκοπείς | καιροσκοπεί | καιροσκοπούμε | καιροσκοπείτε | καιροσκοπούν / καιροσκοπούνε |
| Παρατατικός | καιροσκοπούσα | καιροσκοπούσες | καιροσκοπούσε | καιροσκοπούσαμε | καιροσκοπούσατε | καιροσκοπούσαν / καιροσκοπούσανε |
| Αόριστος | καιροσκόπησα | καιροσκόπησες | καιροσκόπησε | καιροσκοπήσαμε | καιροσκοπήσατε | καιροσκοπήσαν / καιροσκοπήσανε / καιροσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα καιροσκοπήσω / θα καιροσκοπώ | θα καιροσκοπήσεις / θα καιροσκοπείς | θα καιροσκοπήσει / θα καιροσκοπεί | θα καιροσκοπήσουμε / θα καιροσκοπούμε | θα καιροσκοπήσετε / θα καιροσκοπείτε | θα καιροσκοπήσουν / θα καιροσκοπήσουνε / θα καιροσκοπούν / θα καιροσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω καιροσκοπήσει | έχεις καιροσκοπήσει | έχει καιροσκοπήσει | έχουμε καιροσκοπήσει | έχετε καιροσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καιροσκοπήσει | είχες καιροσκοπήσει | είχε καιροσκοπήσει | είχαμε καιροσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσω / να καιροσκοπώ | να έχεις καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσεις / να καιροσκοπείς | να έχει καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσει / να καιροσκοπεί | να έχουμε καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσουμε / να καιροσκοπούμε | να έχετε καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσετε / να καιροσκοπείτε | να καιροσκοπήσουν / να καιροσκοπήσουνε / να καιροσκοπούν / να καιροσκοπούνε |
| Προστακτική | — | καιροσκόπει / καιροσκόπησε | — | — | καιροσκοπήστε / καιροσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →