Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καιροσκοπώ

ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι καιροσκόπος, φέρομαι καιροσκοπικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καιροσκοπώ < (ελληνιστική κοινή) / καιροσκοπῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαιροσκοπώκαιροσκοπείςκαιροσκοπείκαιροσκοπούμεκαιροσκοπείτεκαιροσκοπούν / καιροσκοπούνε
Παρατατικόςκαιροσκοπούσακαιροσκοπούσεςκαιροσκοπούσεκαιροσκοπούσαμεκαιροσκοπούσατεκαιροσκοπούσαν / καιροσκοπούσανε
Αόριστοςκαιροσκόπησακαιροσκόπησεςκαιροσκόπησεκαιροσκοπήσαμεκαιροσκοπήσατεκαιροσκοπήσαν / καιροσκοπήσανε / καιροσκόπησαν
Μέλλονταςθα καιροσκοπήσω / θα καιροσκοπώθα καιροσκοπήσεις / θα καιροσκοπείςθα καιροσκοπήσει / θα καιροσκοπείθα καιροσκοπήσουμε / θα καιροσκοπούμεθα καιροσκοπήσετε / θα καιροσκοπείτεθα καιροσκοπήσουν / θα καιροσκοπήσουνε / θα καιροσκοπούν / θα καιροσκοπούνε
Παρακείμενοςέχω καιροσκοπήσειέχεις καιροσκοπήσειέχει καιροσκοπήσειέχουμε καιροσκοπήσειέχετε καιροσκοπήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καιροσκοπήσειείχες καιροσκοπήσειείχε καιροσκοπήσειείχαμε καιροσκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσω / να καιροσκοπώνα έχεις καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσεις / να καιροσκοπείςνα έχει καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσει / να καιροσκοπείνα έχουμε καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσουμε / να καιροσκοπούμενα έχετε καιροσκοπήσει / να καιροσκοπήσετε / να καιροσκοπείτενα καιροσκοπήσουν / να καιροσκοπήσουνε / να καιροσκοπούν / να καιροσκοπούνε
Προστακτική—καιροσκόπει / καιροσκόπησε——καιροσκοπήστε / καιροσκοπείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →