καιροσκόπος
•
- άνθρωπος που χωρίς να δεσμεύεται από αρχές καιροφυλακτεί και αρπάζει οποιαδήποτε ευκαιρία του προσφέρεται και έτσι συχνά αλλάζει στρατόπεδο, πολιτική τοποθέτηση, φίλους, συμμάχους κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καιροσκόπος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καιρός + -σκόπος (σκοπέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καιροσκόπος | καιροσκόποι |
| Γενική | καιροσκόπου | καιροσκόπων |
| Αιτιατική | καιροσκόπο | καιροσκόπους |
| Κλητική | καιροσκόπε | καιροσκόποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →