κακάο
•
- γαστρονομίαη σκόνη που παίρνουμε με κατάλληλη επεξεργασία από τους σπόρους του κακαόδεντρου Βικιλεξικό
- Καθώς μειώνεται η παραγωγή κακάου, σε 20 χρόνια η σοκολάτα μπορεί να κοστίζει πάνω από 2.000 ευρώ το κιλό (* εφημερίδα Το Βήμα)
- ποτότο ρόφημα που φτιάχνουμε με βασικό συστατικό την παραπάνω σκόνη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο κακαόδεντρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακάο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cacao < γαλλική cacao < ισπανική cacao < νάουατλ cacahuatl (κόκκος κακάου)
Άλλοι τύποι
κακάου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →