Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακαόδεντρο

/ka.kaˈo.ðen.dɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτόαειθαλές δέντρο (είδος Theobroma cacao), με ροζ ή ανοιχτά κίτρινα άνθη και μεγάλα ελλειψοειδή φύλλα· κατάγεται από τον Αμαζόνιο και καλλιεργείται για τον καρπό του, το κακάο Βικιλεξικό
    • Ορισμένοι όμως ειδικοί της αγοράς εκφράζουν φόβο ότι η γευστική αυτή απόλαυση μπορεί σε λίγα χρόνια να καταστεί πανάκριβη για τον μέσο καταναλωτή. Την αιτία αναζητήστε την κάπου στην Αφρική: η παραγωγή κακάου στη Δυτική Μαύρη Ήπειρο συνεχώς μειώνεται, λόγω νέων ασθενειών από τις οποίες προσβάλλονται τα κακαόδεντρα και της μη αναπλήρωσης των γερασμένων δένδρων. Το αποτέλεσμα; Η τιμή του κακάου σημειώνει αλλεπάλληλα ρεκόρ όλων των εποχών. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Ετυμολογία

κακαόδεντρο < κακαό(δενδρον) + -δεντρο για προσαρμογή στη δημοτική. Μορφολογικά, κακά(ο) + -ό- + δέντρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακαόδεντροκακαόδεντρα
Γενικήκακαόδεντρουκακαόδεντρων
Αιτιατικήκακαόδεντροκακαόδεντρα
Κλητικήκακαόδεντροκακαόδεντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →