κακαρίζω
•
- για κότες και πουλιάβγάζω φωνή κότας Βικιλεξικό
- μεταφορικάγελάω ή μιλάω φλυαρώντας με ψιλή φωνή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακαρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακαρίζω, ή απευθείας ηχομιμητική λέξη από το κα κα (κα) (φωνή κότας) + κατάληξη -ρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακαρίζω | κακαρίζεις | κακαρίζει | κακαρίζουμε | κακαρίζετε | κακαρίζουν / κακαρίζουνε |
| Παρατατικός | κακάριζα | κακάριζες | κακάριζε | κακαρίζαμε | κακαρίζατε | κακάριζαν / κακαρίζαν / κακαρίζανε |
| Αόριστος | κακάρισα | κακάρισες | κακάρισε | κακαρίσαμε | κακαρίσατε | κακάρισαν / κακαρίσαν / κακαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κακαρίζω / θα κακαρίσω | θα κακαρίζεις / θα κακαρίσεις | θα κακαρίζει / θα κακαρίσει | θα κακαρίζουμε / θα κακαρίσουμε | θα κακαρίζετε / θα κακαρίσετε | θα κακαρίζουν / θα κακαρίζουνε / θα κακαρίσουν / θα κακαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακαρίσει | έχεις κακαρίσει | έχει κακαρίσει | έχουμε κακαρίσει | έχετε κακαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακαρίσει | είχες κακαρίσει | είχε κακαρίσει | είχαμε κακαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακαρίσει / να κακαρίζω / να κακαρίσω | να έχεις κακαρίσει / να κακαρίζεις / να κακαρίσεις | να έχει κακαρίσει / να κακαρίζει / να κακαρίσει | να έχουμε κακαρίσει / να κακαρίζουμε / να κακαρίσουμε | να έχετε κακαρίσει / να κακαρίζετε / να κακαρίσετε | να κακαρίζουν / να κακαρίζουνε / να κακαρίσουν / να κακαρίσουνε |
| Προστακτική | — | κακάριζε / κακάρισε | — | — | κακαρίζετε / κακαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →