κακκάβι
•
- κουζινικάμαγειρικό σκεύος μεγάλου μεγέθους από χαλκό ή ορείχαλκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακκάβι < κακκάβιον, υποκοριστικό του κακκάβη (: χύτρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακκάβι | κακκάβια |
| Γενική | κακκαβιού | κακκαβιών |
| Αιτιατική | κακκάβι | κακκάβια |
| Κλητική | κακκάβι | κακκάβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →