Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοκεφιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση του κακόκεφου, η έλλειψη κεφιού, η κακή διάθεση Βικιλεξικό
    • Ήπιαμε ένα δυο ούζα και διαλύθηκε η κακοκεφιά. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

Ετυμολογία

κακοκεφιά < κακόκεφ(ος) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκακοκεφιάκακοκεφιές
Γενικήκακοκεφιάςκακοκεφιών
Αιτιατικήκακοκεφιάκακοκεφιές
Κλητικήκακοκεφιάκακοκεφιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →