κακομαθαίνω
•
- μεταβατικόκάνω σε κάποιον όλα τα χατίρια, του παρέχω πλουσιοπάροχα όλα τα αγαθά χωρίς αυτός να χρειαστεί να κοπιάσει καθόλου για να τα αποκτήσει Βικιλεξικό
- αμετάβατοσυνηθίζω στο να τα έχω όλα χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω καθόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακομαθαίνω < κακο- + μαθαίνω
Άλλοι τύποι
κακομάθαινακακομάθωκακομαθημένοςκακόμαθα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →