κακοποιητικός
•
- που έχει σχέση με κακοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που τείνει να κακοποιεί, να κακομεταχειρίζεται άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοποιητικός < κακοποιώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοποιητικός | κακοποιητική | κακοποιητικό |
| Γενική | κακοποιητικού | κακοποιητικής | κακοποιητικού |
| Αιτιατική | κακοποιητικό | κακοποιητική | κακοποιητικό |
| Κλητική | κακοποιητικέ | κακοποιητική | κακοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοποιητικοί | κακοποιητικές | κακοποιητικά |
| Γενική | κακοποιητικών | κακοποιητικών | κακοποιητικών |
| Αιτιατική | κακοποιητικούς | κακοποιητικές | κακοποιητικά |
| Κλητική | κακοποιητικοί | κακοποιητικές | κακοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →