Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κακοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που τείνει να κακοποιεί, να κακομεταχειρίζεται άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοποιητικός < κακοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοποιητικόςκακοποιητικήκακοποιητικό
Γενικήκακοποιητικούκακοποιητικήςκακοποιητικού
Αιτιατικήκακοποιητικόκακοποιητικήκακοποιητικό
Κλητικήκακοποιητικέκακοποιητικήκακοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακοποιητικοίκακοποιητικέςκακοποιητικά
Γενικήκακοποιητικώνκακοποιητικώνκακοποιητικών
Αιτιατικήκακοποιητικούςκακοποιητικέςκακοποιητικά
Κλητικήκακοποιητικοίκακοποιητικέςκακοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →