κακοποιώ
•
- προκαλώ κακό σε κάποιον και, ειδικότερα, σωματικά Βικιλεξικό
- βιάζω, ασελγώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμπεριφέρομαι χωρίς σεβασμό και με εσφαλμένο τρόπο σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοποιώ < αρχαία ελληνική κακοποιέω / κακοποιῶ < κακός + ποιέω / ποιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοποιώ | κακοποιείς | κακοποιεί | κακοποιούμε | κακοποιείτε | κακοποιούν / κακοποιούνε |
| Παρατατικός | κακοποιούσα | κακοποιούσες | κακοποιούσε | κακοποιούσαμε | κακοποιούσατε | κακοποιούσαν / κακοποιούσανε |
| Αόριστος | κακοποίησα | κακοποίησες | κακοποίησε | κακοποιήσαμε | κακοποιήσατε | κακοποίησαν / κακοποιήσαν / κακοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα κακοποιήσω / θα κακοποιώ | θα κακοποιήσεις / θα κακοποιείς | θα κακοποιήσει / θα κακοποιεί | θα κακοποιήσουμε / θα κακοποιούμε | θα κακοποιήσετε / θα κακοποιείτε | θα κακοποιήσουν / θα κακοποιήσουνε / θα κακοποιούν / θα κακοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοποιήσει | έχεις κακοποιήσει | έχει κακοποιήσει | έχουμε κακοποιήσει | έχετε κακοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοποιήσει | είχες κακοποιήσει | είχε κακοποιήσει | είχαμε κακοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοποιήσει / να κακοποιήσω / να κακοποιώ | να έχεις κακοποιήσει / να κακοποιήσεις / να κακοποιείς | να έχει κακοποιήσει / να κακοποιήσει / να κακοποιεί | να έχουμε κακοποιήσει / να κακοποιήσουμε / να κακοποιούμε | να έχετε κακοποιήσει / να κακοποιήσετε / να κακοποιείτε | να κακοποιήσουν / να κακοποιήσουνε / να κακοποιούν / να κακοποιούνε |
| Προστακτική | — | κακοποίει / κακοποίησε | — | — | κακοποιήστε / κακοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →