Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακορίζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοκακομοίρης Βικιλεξικό
  2. οικείοκακότυχος Βικιλεξικό
  3. οικείοκακοφτιαγμένος Βικιλεξικό
  4. οικείοδύστροπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακορίζικος < μεσαιωνική ελληνική κακορίζικος < κακο- + ριζικ(ό) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακορίζικοςκακορίζικηκακορίζικο
Γενικήκακορίζικουκακορίζικηςκακορίζικου
Αιτιατικήκακορίζικοκακορίζικηκακορίζικο
Κλητικήκακορίζικεκακορίζικηκακορίζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακορίζικοικακορίζικεςκακορίζικα
Γενικήκακορίζικωνκακορίζικωνκακορίζικων
Αιτιατικήκακορίζικουςκακορίζικεςκακορίζικα
Κλητικήκακορίζικοικακορίζικεςκακορίζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →