Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακουργηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κακούργημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακουργηματικός < κακούργημα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακουργηματικόςκακουργηματικήκακουργηματικό
Γενικήκακουργηματικούκακουργηματικήςκακουργηματικού
Αιτιατικήκακουργηματικόκακουργηματικήκακουργηματικό
Κλητικήκακουργηματικέκακουργηματικήκακουργηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακουργηματικοίκακουργηματικέςκακουργηματικά
Γενικήκακουργηματικώνκακουργηματικώνκακουργηματικών
Αιτιατικήκακουργηματικούςκακουργηματικέςκακουργηματικά
Κλητικήκακουργηματικοίκακουργηματικέςκακουργηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →