κακουργιοδικείο
•
- νομικός όροςδικαστήριο όπου δικάζονται κακουργήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακουργιοδικείο < κακουργί(α) + -ο- + -δικείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακουργιοδικείο | κακουργιοδικεία |
| Γενική | κακουργιοδικείου | κακουργιοδικείων |
| Αιτιατική | κακουργιοδικείο | κακουργιοδικεία |
| Κλητική | κακουργιοδικείο | κακουργιοδικεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →