κακοφωνία
•
- η εντύπωση που προκαλεί ένας δυσάρεστος ήχος ή η δυσάρεστη συνήχηση Βικιλεξικό
- η δυσάρεστη εντύπωση που προκαλείται από το άκουσμα ενός μουσικού φθόγγου με άσχημη χροιά ή από την έλλειψη συντονισμού και αρμονίας κατά την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού από σύνολο οργάνων ή χορωδία Βικιλεξικό
- μεταφορικάη έλλειψη συνεννόησης και αρμονίας σε μια συλλογική προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοφωνία < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοφωνία | κακοφωνίες |
| Γενική | κακοφωνίας | κακοφωνιών |
| Αιτιατική | κακοφωνία | κακοφωνίες |
| Κλητική | κακοφωνία | κακοφωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →