κακόφωνος
•
- για φωνήπου έχει άσχημη, δυσάρεστη φωνή Βικιλεξικό
- Δεν ήταν πολύ φάλτσος, αλλά ήταν κακόφωνος. Τι γαϊδουροφωνάρα!
- μουσικήσυνώνυμο του κακόηχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακόφωνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κακόφωνος < κακό- + -φωνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακόφωνος | κακόφωνη | κακόφωνο |
| Γενική | κακόφωνου | κακόφωνης | κακόφωνου |
| Αιτιατική | κακόφωνο | κακόφωνη | κακόφωνο |
| Κλητική | κακόφωνε | κακόφωνη | κακόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακόφωνοι | κακόφωνες | κακόφωνα |
| Γενική | κακόφωνων | κακόφωνων | κακόφωνων |
| Αιτιατική | κακόφωνους | κακόφωνες | κακόφωνα |
| Κλητική | κακόφωνοι | κακόφωνες | κακόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →