κακοχρονίζω
•
- καταριέμαι κάποιον να έχει κακό χρόνο, να μην του πάνε καλά τα πράγματα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαταριέμαι, βρίζω, αναθεματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κακοχρονίζω < κακός + -ο- + χρόνος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κακοχρονίζω | κακοχρονίζεις | κακοχρονίζει | κακοχρονίζουμε | κακοχρονίζετε | κακοχρονίζουν / κακοχρονίζουνε |
| Παρατατικός | κακοχρόνιζα | κακοχρόνιζες | κακοχρόνιζε | κακοχρονίζαμε | κακοχρονίζατε | κακοχρονίζαν / κακοχρονίζανε / κακοχρόνιζαν |
| Αόριστος | κακοχρόνισα | κακοχρόνισες | κακοχρόνισε | κακοχρονίσαμε | κακοχρονίσατε | κακοχρονίσαν / κακοχρονίσανε / κακοχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα κακοχρονίζω / θα κακοχρονίσω | θα κακοχρονίζεις / θα κακοχρονίσεις | θα κακοχρονίζει / θα κακοχρονίσει | θα κακοχρονίζουμε / θα κακοχρονίσουμε | θα κακοχρονίζετε / θα κακοχρονίσετε | θα κακοχρονίζουν / θα κακοχρονίζουνε / θα κακοχρονίσουν / θα κακοχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κακοχρονίσει | έχεις κακοχρονίσει | έχει κακοχρονίσει | έχουμε κακοχρονίσει | έχετε κακοχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κακοχρονίσει | είχες κακοχρονίσει | είχε κακοχρονίσει | είχαμε κακοχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κακοχρονίσει / να κακοχρονίζω / να κακοχρονίσω | να έχεις κακοχρονίσει / να κακοχρονίζεις / να κακοχρονίσεις | να έχει κακοχρονίσει / να κακοχρονίζει / να κακοχρονίσει | να έχουμε κακοχρονίσει / να κακοχρονίζουμε / να κακοχρονίσουμε | να έχετε κακοχρονίσει / να κακοχρονίζετε / να κακοχρονίσετε | να κακοχρονίζουν / να κακοχρονίζουνε / να κακοχρονίσουν / να κακοχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | κακοχρόνιζε / κακοχρόνισε | — | — | κακοχρονίζετε / κακοχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →