Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακοχρονίζω

/ka.ko.xɾoˈni.zo/ρήμα
•
  1. καταριέμαι κάποιον να έχει κακό χρόνο, να μην του πάνε καλά τα πράγματα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκαταριέμαι, βρίζω, αναθεματίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακοχρονίζω < κακός + -ο- + χρόνος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκακοχρονίζωκακοχρονίζειςκακοχρονίζεικακοχρονίζουμεκακοχρονίζετεκακοχρονίζουν / κακοχρονίζουνε
Παρατατικόςκακοχρόνιζακακοχρόνιζεςκακοχρόνιζεκακοχρονίζαμεκακοχρονίζατεκακοχρονίζαν / κακοχρονίζανε / κακοχρόνιζαν
Αόριστοςκακοχρόνισακακοχρόνισεςκακοχρόνισεκακοχρονίσαμεκακοχρονίσατεκακοχρονίσαν / κακοχρονίσανε / κακοχρόνισαν
Μέλλονταςθα κακοχρονίζω / θα κακοχρονίσωθα κακοχρονίζεις / θα κακοχρονίσειςθα κακοχρονίζει / θα κακοχρονίσειθα κακοχρονίζουμε / θα κακοχρονίσουμεθα κακοχρονίζετε / θα κακοχρονίσετεθα κακοχρονίζουν / θα κακοχρονίζουνε / θα κακοχρονίσουν / θα κακοχρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω κακοχρονίσειέχεις κακοχρονίσειέχει κακοχρονίσειέχουμε κακοχρονίσειέχετε κακοχρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κακοχρονίσειείχες κακοχρονίσειείχε κακοχρονίσειείχαμε κακοχρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω κακοχρονίσει / να κακοχρονίζω / να κακοχρονίσωνα έχεις κακοχρονίσει / να κακοχρονίζεις / να κακοχρονίσειςνα έχει κακοχρονίσει / να κακοχρονίζει / να κακοχρονίσεινα έχουμε κακοχρονίσει / να κακοχρονίζουμε / να κακοχρονίσουμενα έχετε κακοχρονίσει / να κακοχρονίζετε / να κακοχρονίσετενα κακοχρονίζουν / να κακοχρονίζουνε / να κακοχρονίσουν / να κακοχρονίσουνε
Προστακτική—κακοχρόνιζε / κακοχρόνισε——κακοχρονίζετε / κακοχρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →