Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόηχος

/kaˈko.i.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ήχοπου δεν ακούγεται ευχάριστα (παράφωνος, με παράσιτα, συριγμούς κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. για λέξειςμε δυσάρεστο άκουσμα του συνδυασμού των φθόγγων, ή λέξη που δεν ανήκει στο αποδεκτό λεξιλόγιο κάποιου Βικιλεξικό
    • Βούθουλας. Κακόηχη της φαινότανε η λέξη. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])
  3. για λέξειςπου ηχητικά παραπέμπει σε βρισιά (π.χ. πού στην ευχή;) Βικιλεξικό
  4. θεωρία τηςμη αποδεκτά διαστήματα (σε μελωδία ή σε συγχορδία) σύμφωνα με τη μουσική αισθητική μιας εποχής και τους κανόνες της, θεωρώντας τα άσχημα Βικιλεξικό
    • Στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα, τα διαστήματα τρίτης θεωρούνταν κακόηχα και χαρακτηρίζοναντ ως διάφωνα, ενώ οι πέμπτες και οι οκτάβες, καλόηχες και τα μόνα σύμφωνα διαστήματα. Αντίθετα, στη νεότερη δυτική μουσική οι παράλληλες πέμπτες απαγορεύονταν ως κακόηχες και τα διαστήματα τρίτης θεωρούνται καλόηχα και σύμφωνα.

Ετυμολογία

κακόηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κακόηχος < αρχαία ελληνική κακός κακό- + -ηχος (ἦχος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόηχοςκακόηχηκακόηχο
Γενικήκακόηχουκακόηχηςκακόηχου
Αιτιατικήκακόηχοκακόηχηκακόηχο
Κλητικήκακόηχεκακόηχηκακόηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόηχοικακόηχεςκακόηχα
Γενικήκακόηχωνκακόηχωνκακόηχων
Αιτιατικήκακόηχουςκακόηχεςκακόηχα
Κλητικήκακόηχοικακόηχεςκακόηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →