Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακόκαρδος

/kaˈko.kaɾ.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κτητικό σύνθετοάτομο που έχει κακή καρδιά, που τρέφει για τους συνανθρώπους του φθόνο και κακία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακόκαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακόκαρδος < κακό- + καρδ(ιά) + -ος. Μορφολογικά αναλύεται σε κακό- + καρδ(ιά) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόκαρδοςκακόκαρδηκακόκαρδο
Γενικήκακόκαρδουκακόκαρδηςκακόκαρδου
Αιτιατικήκακόκαρδοκακόκαρδηκακόκαρδο
Κλητικήκακόκαρδεκακόκαρδηκακόκαρδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακόκαρδοικακόκαρδεςκακόκαρδα
Γενικήκακόκαρδωνκακόκαρδωνκακόκαρδων
Αιτιατικήκακόκαρδουςκακόκαρδεςκακόκαρδα
Κλητικήκακόκαρδοικακόκαρδεςκακόκαρδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →