Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλόκαρδος

/kaˈlo.kaɾ.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κτητικό σύνθετοπου έχει «καλή καρδιά», που αγαπάει τους συνανθρώπους του κι έχει χαρούμενη διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλόκαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλόκαρδος < καλό- + καρδ(ιά) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλόκαρδοςκαλόκαρδηκαλόκαρδο
Γενικήκαλόκαρδουκαλόκαρδηςκαλόκαρδου
Αιτιατικήκαλόκαρδοκαλόκαρδηκαλόκαρδο
Κλητικήκαλόκαρδεκαλόκαρδηκαλόκαρδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλόκαρδοικαλόκαρδεςκαλόκαρδα
Γενικήκαλόκαρδωνκαλόκαρδωνκαλόκαρδων
Αιτιατικήκαλόκαρδουςκαλόκαρδεςκαλόκαρδα
Κλητικήκαλόκαρδοικαλόκαρδεςκαλόκαρδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →