Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κακότροπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δύστροπος, απότομος, ψυχρός κι αναίτια αγενής· που δεν σέβεται τα κόσμια ήθη συναναστροφής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κακότροπος < ελληνιστική κοινή κακότροπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακότροποςκακότροπηκακότροπο
Γενικήκακότροπουκακότροπηςκακότροπου
Αιτιατικήκακότροποκακότροπηκακότροπο
Κλητικήκακότροπεκακότροπηκακότροπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκακότροποικακότροπεςκακότροπα
Γενικήκακότροπωνκακότροπωνκακότροπων
Αιτιατικήκακότροπουςκακότροπεςκακότροπα
Κλητικήκακότροποικακότροπεςκακότροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →