Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλά

/kaˈla/επίρρημα
•
  1. με καλό τρόπο Βικιλεξικό
  2. δείχνοντας ικανότητα σε κάποιο τομέα, ικανοποιητικά Βικιλεξικό
    • ζωγραφίζει καλά
  3. με ευγένεια Βικιλεξικό
    • Τους μίλησε καλά και τους πήρε με το μέρος της.
  4. σε καλή σωματική ή/και ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
    • είμαι καλά, νιώθω καλά, έγινε καλά
  5. ολοκληρωμένα, χωρίς ατέλειες Βικιλεξικό
    • Δε μου έφτιαξαν καλά το αυτοκίνητο και ξαναχάλασε.
  6. χαρακτηρισμός σχολικής επίδοσης, για βαθμό μεταξύ 12,5 και 15,5 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλά < καλ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →