καλά
•
- με καλό τρόπο Βικιλεξικό
- δείχνοντας ικανότητα σε κάποιο τομέα, ικανοποιητικά Βικιλεξικό
- ζωγραφίζει καλά
- με ευγένεια Βικιλεξικό
- Τους μίλησε καλά και τους πήρε με το μέρος της.
- σε καλή σωματική ή/και ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
- είμαι καλά, νιώθω καλά, έγινε καλά
- ολοκληρωμένα, χωρίς ατέλειες Βικιλεξικό
- Δε μου έφτιαξαν καλά το αυτοκίνητο και ξαναχάλασε.
- χαρακτηρισμός σχολικής επίδοσης, για βαθμό μεταξύ 12,5 και 15,5 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλά < καλ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →