καλαθοφόρος
•
- που φέρει, μεταφέρει ή κρατά καλάθι / κάλαθο Βικιλεξικό
- καλαθοφόρος γερανός, καλαθοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα
- το ανάγλυφο παρουσιάζει καλαθοφόρο θεά σε όρθια στάση
Ετυμολογία
καλαθοφόρος < (καλάθι) κάλαθ(ος) + -ο- + -φόρος ή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κᾰλᾰθηφόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαθοφόρος | καλαθοφόρα / καλαθοφόρος | καλαθοφόρο |
| Γενική | καλαθοφόρου | καλαθοφόρας / καλαθοφόρου | καλαθοφόρου |
| Αιτιατική | καλαθοφόρο | καλαθοφόρα / καλαθοφόρο | καλαθοφόρο |
| Κλητική | καλαθοφόρε | καλαθοφόρα / καλαθοφόρε | καλαθοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαθοφόροι | καλαθοφόρες / καλαθοφόροι | καλαθοφόρα |
| Γενική | καλαθοφόρων | καλαθοφόρων | καλαθοφόρων |
| Αιτιατική | καλαθοφόρους | καλαθοφόρες / καλαθοφόρους | καλαθοφόρα |
| Κλητική | καλαθοφόροι | καλαθοφόρες / καλαθοφόροι | καλαθοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →