καλάθι
•
- σκεύος από πλεγμένο καλάμι για προσωρινή αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων, όπως φρούτων και λαχανικών Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- σκεύος μεταλλικό ή πλαστικό για την απόρριψη των απορριμμάτων Βικιλεξικό
- το πλαϊνό τμήμα τρίκυκλης μοτοσυκλέτας Βικιλεξικό
- αθλητισμόςκυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος σε αγώνα καλαθοσφαίρισης Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) η επιτυχής προσπάθεια που καταλήγει στο πέρασμα της μπάλας μέσα από το κυκλικό στεφάνι σε αγώνα καλαθοσφαίρισης
Ετυμολογία
καλάθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλάθι / καλάθιον < ελληνιστική κοινή καλάθιον, υποκοριστικό για < αρχαία ελληνική κάλαθος. Δείτε και τη λατινική clathratus.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλάθι | καλάθια |
| Γενική | καλαθιού | καλαθιών |
| Αιτιατική | καλάθι | καλάθια |
| Κλητική | καλάθι | καλάθια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →